Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Carlos Di Sarli - Ρομαντικός και τζέντλεμαν

Γράφει ο Νώντας Παπαμιχαήλ


Η ρομαντική προσωπικότητα του Di Sarli μένει χαραγμένη στη μουσική του και στην ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία του MIlonguero Viejo, σύνθεσης-αφιέρωμα στον Osvalso Fresedo.
Απ’ αυτόν, ο Di Sarli κληρονόμησε μια προσέγγιση που στηρίζεται στο ξεδίπλωμα του μουσικού θέματος  και του παιξίματος των εγχόρδων σχεδόν χωρίς ορχηστρική παραλλαγή, και χωρίς φράσεις-σόλο του μπαντονεόν.
Επέμενε ωστόσο στην επεξεργασία  της ερμηνείας, στο «μάτισμα» της μουσικής φράσης και στην ηχητική ποιότητα του οργανικού συνόλου, μιας ορχήστρας που παίζει  «σαν ένα μόνο όργανο». Παρόλα αυτά, η ορχήστρα του Di Sarli ακούγεται εντελώς πρωτότυπη και διακρίνεται για το μεγάλο της πνευματικό περιεχόμενο.
 Η χρήση εναλλακτικών κλειδιών –το Α και το Ω στο στιλ του- προέρχεται από την εντελώς πιανιστική αντίληψη που είχε για τη μουσική.
Ενσωμάτωσε στη φύση του ενστικτωδώς δημιουργικού performer τον milonguero, σαν έννοια που συνενώνει τις αξίες του τάνγκο με μια στάση «τζέντλεμαν» . Καλλιτέχνης με ισχυρή πνοή στην ερμηνεία του, απορροφιόταν από το πιάνο δείχνοντας να προτιμά μια δημιουργική
απομόνωση, που πολλές φορές του κόστισε το στίγμα του «αντικοινωνικού».
Η γόνιμη εφευρετικότητα του εκφράστηκε κατά κύριο λόγο με το αριστερό χέρι, όπου συγκέντρωσε με εξαιρετικά διαυγή ήχο, ικανότητα μουσικής αφήγησης, κλιμάκωσης, τονισμού, «γεμισμάτων» και «αρπισμάτων» .
 Από τη θέση του πιάνου του –ψυχής των σχημάτων που διεύθυνε- ένιωθε και έκφραζε με μια «ασκητική» συγκίνηση τα υπόλοιπα μουσικά φόντα,
που τελικά ματίζονταν στη βάση μιας μουσικής εκφοράς μοναδικής και ιδιαίτερα «γλυκιάς» στα περάσματα από το ligado στο staccato.
Στην ενορχήστρωση -μέσα στην αρμονική απλότητα και στη δεδομένη σχηματική δομή- ξεχωρίζει η εναλλαγή του συμπαγούς μουσικού όγκου με τις μουσικές παρεμβολές αντίστιξης των εγχόρδων. Το μέρος που αναλογούσε στους μπαντονεονίστες ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με τους μουσικούς να πρέπει να κάνουν συνέχεια προσαρμογές ώστε να βγει το «σύρσιμο» σε tempo επιταχυμένο μετά μιαν αρχική υστέρηση, « tempo rubato», που συνήθως ισορροπούσε μέσα από αντίθετα ακόρντα του κοντραμπάσου.
Στις ηχογραφήσεις του, εκτός από τα προσωπικά του σόλο –που κι αυτά είναι αραιά - Mi refugio και La cachila - λίγα είναι τα σόλο βιολιού - Tinta verde- και ελάχιστα αυτά του μπαντονεόν. Μοναδική περίπτωση που επέτρεψε ορχηστρική παραλλαγή υπήρξε το El choclo.
Στα νιάτα του, ο Cayetano Di Sarli -αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα- υπήρξε πιανίστας συνοδείας σε τραγουδιστές της όπερας.
Γεννημένος στις 7 Ιανουαρίου 1903,στην Bahia Blanca, πόλη που έδωσε τον τίτλο στο τελευταίο τάνγκο που συνέθεσε –μεγάλου μουσικού πλούτου- όπως πολλοί άλλοι μουσικοί ήταν γιός μεταναστών. Ο πατέρας του Miguel Di Sarli ήταν Ιταλός, και είχε 3 γιούς από τον προηγούμενο γάμο του.
Όταν έμεινε χήρος, μετανάστευσε από την Ιταλία και ρίζωσε στην Ουρουγουάη, όπου παντρεύτηκε την Serafina Russomano, αδελφή του τενόρου Tito Russomano, με την οποία απέκτησε ακόμη 4 παιδιά. Η μοίρα τον έφερε στην Bahia Blanca και εκεί γεννήθηκαν οι 2 τελευταίοι του γιοί, ο Roque και ο Cayetano, ο οποίος αργότερα θα έπαιρνε το όνομα Carlos Di Sarli.
Στην μουσική τον εισήγαγε ο μεγαλύτερος αδελφός του Domingo, που ήταν καθηγητής στο Ωδείο Williams. Εκεί γνώρισε τον Juan Carlos Cobián που σπούδαζε κι αυτός εκεί.
Στις πρώτες του εμφανίσεις έπαιξε Σοπέν, Μπετόβεν, Μπαχ και Λιστ, όμως από πολύ νωρίς άρχισε να ερωτεύεται το τάνγκο, για να μην το εγκαταλείψει ποτέ πια.
Ένας φίλος του πατέρα του έδωσε την ευκαιρία, μεταξύ του 1916 και του 1918, να δουλέψει σε έναν κινηματογράφο και σε μια confitería της οποίας ήταν ιδιοκτήτης, Τα απογεύματα συνόδευε με το πιάνο του τις ταινίες του βωβού σινεμά, και τα βράδια έπαιζε δεξιοτεχνικά στη σάλα όπου χορευόταν
το τάνγκο.
Όταν η οικογένεια μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες, ένα τυχαίο γεγονός του έδωσε την ευκαιρία που τόσο καιρό περίμενε. Ο συνθέτης Alberico Spatola,  δημιουργός πολλών τάνγκο, ήταν συγγενής και διαβλέποντας τις μουσικές του ικανότητες, τον γνώρισε στον Anselmo Aieta, που του άνοιξε τον δρόμο για την επαγγελματική του σταδιοδρομία.
Έπαιξε στην ορχήστρα του Juan Pedro Castillo, ήταν μέλος του τρίο του Alejandro Scarpino, συνόδεψε στο πιάνο την τραγουδίστρια Olinda Bozan, στις ηχογραφήσεις που έκανε για την εταιρεία Electra, και ακόμη υπήρξε ο πιανίστας της ορχήστρας του Juan Canaro.
Αργότερα, σχημάτισε το θρυλικό σεξτέτο , με τους Kraus και Pecora στα βιολιά, τους Lando και Ginzo στα μπαντονεόν, και τον Capurro στο κοντραμπάσο,  και με αυτό το σχήμα εμφανίστηκε στο καμπαρέ Chantecler, μέχρις ότου μια διαφωνία με τους ιδιοκτήτες τον οδήγησε στην ανεργία.
Τότε, ο Osvaldo Fresedo του έδωσε δουλειά αφήνοντάς τον να διευθύνει την ορχήστρα του, όταν εγκαινίασε το θέατρο Fenix, στη συνοικία Flores. Σαν χειρονομία ευγνωμοσύνης και σαν ένδειξη για τον θαυμασμό του, ο Di Sarli του αφιέρωσε το 1926 το τάνγκο Milonguero Viejo.
Το 1930, όταν εμφανιζόταν στην αίθουσα Germinal, ένας από τους επιχειρηματίες απαίτησε να μην εμφανίζεται στο κοινό με τα μαύρα του γυαλιά. Τα φορούσε από το 1916, όταν σε ηλικία μόλις 13 ετών είχε ένα σοβαρό ατύχημα. Δούλευε σαν βοηθός στο οπλοπωλείο που ήταν οικογενειακή
επιχείρηση, όταν από έναν υπάλληλο έπεσε στο πάτωμα ένα περίστροφο που εκπυρσοκρότησε. Η σφαίρα που έφυγε τον βρήκε ξυστά στο μέτωπο. Έσωσε από θαύμα τη ζωή του, αλλά απόκτησε ένα πρόβλημα ευαισθησίας στο φως που τον ανάγκασε για το υπόλοιπο της ζωής του να φοράει
μαύρα γυαλιά.
Μετά από εμφανίσεις στην Bahia Blanca και στο Ροζάριο, επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες και ξεκίνησε μια αστραφτερή καριέρα, στο ραδιόφωνο, σε αίθουσες χορού και στο Marabú, καριέρα που θα συνέχιζε μέχρι τις 12 Ιανουαρίου 1960, ημερομηνία του θανάτου του. Εκείνη την ημέρα,
στην είσοδο του La Armonía έγραψαν: «Σήμερα είμαστε κλειστά, το Τάνγκο πενθεί. Πέθανε o Carlos Di Sarli»...
Ηγήθηκε σε πολλά ορχηστρικά σχήματα, όλα με εξαιρετικούς μουσικούς, με την ιδιαιτερότητα ότι για περισσότερα από 30 χρόνια συμμετείχαν σε αυτά οι Roberto Guisado σαν πρώτο βιολί κι ο Felix Verdi σαν πρώτο μπαντονεόν. Χαρακτηριστικό σταθερό στις ορχήστρες του, ήταν η μεγάλη σύμπνοια ήχου των μουσικών και οι αριστουργηματικές ενορχηστρώσεις, που για πολλά χρόνια –στο καλύτερο κομμάτι της καριέρας του - οφείλονταν στον Emilio Brameri.
Οι μουσικοί που πλαισίωσαν τις ορχήστρες του ήταν όλοι πρώτης γραμμής. Σημειώνουμε τους Leopoldo Federico, Jose Libertella (Sexteto Mayor) και Elvino Vardaro (Ορχήστρα Victor).
Ο τραγουδιστής που ξεχώρισε στην ορχήστρα ήταν ο Roberto Rufino. Τραγουδούσε με ένα πολύ προσωπικό στιλ και ήταν και αξιολογότατος συνθέτης, δική του σύνθεση είναι το como nos cambia la vida. Η επιτυχία του με την ορχήστρα Di Sarli του άνοιξε την πόρτα για να τραγουδήσει σε
σημαντικότατες άλλες ορχήστρες, όπως του Miguel Calo και του Anibal Troilo.
Δεν ήταν ασυνήθιστο να φωνάξει το κοινό, σε μια συναυλία του Di Sarli: «Στην Όπερα! Στην Όπερα!». Τόσο πολύ τους είχε εκστασιάσει το A la Gran Muneca, που δημιουργήθηκε «κίνημα» για να γίνει το κομμάτι αυτό αντικαταστάτης της Cumparsita, όσον αφορά το τάνγκο-σύμβολο της εποχής.
O Osvaldo Pugliese ένιωθε μεγάλο θαυμασμό για τον Di Sarli. Εκτιμούσε ιδιαίτερα την προσέγγιση που είχε στις πιανιστικές του ερμηνείες. Έφτασε να πει «τα μυστικά του τα πήρε μαζί του πεθαίνοντας, και κανείς δεν θα μπορέσει να τον μιμηθεί». Ο Leopoldo Federico δήλωσε πως δεν υπάρχει ούτε ένας από τους σύγχρονους μουσικούς που να μην αναγνωρίζει την κληρονομιά του. Χαρακτηριστικά, είπε ότι «πολλοί πρωτοποριακοί του τάνγκο παίζουν περίπλοκες συνθέσεις, όμως όταν τους ζητηθεί να παίξουν κάτι απλό και ευαίσθητο , στο στιλ του Di Sarli, τα θαλασσώνουν».


  Ο Νώντας Παπαμιχαήλ, ένας νέος 57 ετών , προσεγγίζει το τάνγκο με ιδιαίτερο σεβασμό και αγάπη. Διοργανωτής της milonga  "LA MORRUDA" στο  bar "El camino"  πλατεία Μερκούρη, στην Αθήνα Άλλος ένας ρομαντικός και τζέντελμαν... τον ευχαριστούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου